
Καλησπέρα σας.
Η φάση είναι Spineless From The Start. Από την λανθασμένη στελέχωση δηλαδή… Χωρίς ραχοκοκαλιά εξ’ αρχής. Από πολύ πρώιμο στάδιο και παρά το μεγαλύτερο μπάτζετ όλων των εποχών του μπασκετικού Ολυμπιακού, η ραχοκοκαλιά της ομάδας, παρέμεινε προβληματική.
Spineless
Είναι πολλά τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η διαβίωση στην επαρχία, αν και μέχρι στιγμής δεν έχω βιώσει κάποιο από αυτά – αλλά για να το λέει σεβαστή μερίδα του πληθυσμού έτσι θα είναι.
Προσπαθώντας να σκεφτώ έστω ένα – για να δικαιολογήσω και τη δική μου διαβίωση σε αυτόν τον «χώρο» που καταλαμβάνει η επαρχία – βγήκα να περπατήσω.
Σκεπτόμενος λοιπόν αρκετά, πολύ περισσότερο απ’ όσο περπάτησα, έφτασα σε ένα – σου προσφέρει, η επαρχία, άφθονο χρόνο να στοχαστείς πάνω στον τρόπο που προσεγγίζει το παιχνίδι ο οργανισμός μπάσκετ που ονομάζεται Ολυμπιακός BC.
Δεν είναι καμία βαθιά ανακάλυψη, καθότι δεν έχει αλλάξει άλλωστε (ο τρόπος) πολύ τα τελευταία χρόνια, αλλά ας τον επαναλάβουμε, κάνοντας και έναν απολογισμό μέχρι στιγμής – πάντοτε ο τελικός κυπέλλου σημαίνει την είσοδο στην τελική ευθεία που ολοκληρώνεται με τις δύο κούπες που «μετράνε» πολύ περισσότερο από τις προηγούμενες στον τελικό απολογισμό της σεζόν.
Πριν την έλευση του Κοντού
Ενώ περιμέναμε τον Κοντό (κρατώντας είναι η αλήθεια μικρό καλάθι) μετά εκπλήξεως είδαμε να προβάλει όχι ένας – αλλά δύο! Προκαλώντας κύματα, ίσως όχι ενθουσιασμού αλλά σίγουρα ικανοποίησης, αφού οι πιθανότητες να βγει ο ένας από τους δύο το κομμάτι που θα ολοκλήρωνε το παζλ αυξάνονταν κατά πολύ. Σε αυτόν τον ενθουσιασμό συνέβαλε η θηριώδης προσθήκη του Τζόουνς, ενός παίκτη που έμοιαζε να θωρακίζει την εμπροσθοφυλακή σε τέτοιο βαθμό ώστε να διασφαλίζει ακόμη και τα αμυντικά της νώτα που ενίοτε ο Μιλού με τον Χολ άφηναν αρκετά εκτεθειμένα.
Αλλά αυτό που κυρίως μας ενδιέφερε ήταν ο κοντός.
Ο Ντιλικινά (που για κάποιον λόγο τον λένε Νιλικίνα) είχε έλθει αρκετά νωρίς στη σεζόν.
Είχα δει τότε ένα γράφημα, με καρτεσιανές συντεταγμένες, (νομίζω επιθετική δεινότητα και
οργανωτική ικανότητα; Τεσπά, κάτι τέτοιο ήταν) που τον κατέτασσε πολύ χαμηλά σε αμφότερες τις κατηγορίες.
Ο Καρτέσιος ήταν Ροδόσταυρος, πολύ πιθανώς. Τώρα τι ήταν ακριβώς οι Ροδόσταυροι, τρέχα-γύρευε, και η αναφορά μου αυτή γίνεται απλώς εν τη ρύμη του λόγου. Σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ ότι ο Μπι είναι Ροδόσταυρος – θα ήταν (και είναι) μία αποτυχημένη προσπάθεια χιούμορ.
Σίγουρα πάντως, ο Μπι δεν επέλεξε τον Ντιλικινά επειδή ήταν Ροδόσταυρος (ο Μπι, όχι ο
Ντιλικινά). (Ο Ντιλικινά, εδώ που τα λέμε, άλλωστε, ως Γάλλος, είναι πολύ πιθανότερο να είναι Ροδόσταυρος, καθότι συμπατριώτης του Καρτέσιου). Πάντως μπασκετμπολίστα δεν θυμίζει – ή, όταν τον θυμίζει, φροντίζει γρήγορα να μας κάνει να το ξεχάσουμε πάλι, λες και έχει βάλει κάποιο στοίχημα να περνά απαρατήρητος.
Τώρα, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να περνάς απαρατήρητος από το να είσαι αυτό που λέμε DNP. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος από το να είσαι DNP από το να είσαι τραυματίας…
Οπότε, όπως βλέπει κανείς, η λογική του Οργανισμού BC ήταν να πάρει έναν μπασκετμπολίστα που ήταν πιθανότερο να είναι Ροδόσταυρος παρά Μπασκετμπολίστας.
Και αν δεν είναι Ροδόσταυρος είναι σίγουρα περισσότερο τραυματίας παρά Μπασκετμπολίστας.
Καλό, λοιπόν, είναι και ο Μπι να μη βασίζεται σε καρτεσιανές συντεταγμένες, καθώς δίνει την εικόνα ότι τις διαβάζει ανάποδα. Σε όλους συμβαίνει βέβαια, και δεν πρέπει να ντρεπόμαστε, και εγώ τη μέθοδο των τριών δεν την έμαθα παρά πολύ αργότερα – χωρίς πάντως να χρεώσω τους ΘΜΑ.
Αλλά ας μην είμαι αυτοαναφορικός και ας γυρίσω στον Ντιλικινά – ο Ντιλικινά με κάποιον τρόπο κατέληξε να κάνει παρέα στον έτερο Γάλλο που έχουμε στα πιτς, τον Φαλ, κ όχι σε αυτόν που έχουμε στο παρκέ, τον Φουρνιέ.

Η έλευση του Κοντού
Τι είχαμε, λοιπόν, στο καλάθι του νοικοκύρη;
Αφού περιμέναμε τον Έβανς, ο οποίος έκανε ένα φανταστικό ντεμπούτο μία Κυριακή στη μία το μεσημέρι με κάποια ομάδα που δεν θυμάται κανείς, τον είδαμε (είδανε, το παιχνίδι αυτό δεν το είχα δει) να τραυματίζεται εκ νέου στο επόμενο παιχνίδι, νομίζω με τη Ζαλγκίρις.
Για το ίδιο το παιδί πολύ κρίμα προφανώς κ μακάρι να γυρίσει υγιής – για τον Οργανισμό, θα τολμήσω να πω πως ήταν ένα στοίχημα, καθότι ήδη τόσο καιρό εκτός οι περισσότεροι δεν περιμέναμε να μπορεί να ηγηθεί ή έστω να ανταποκριθεί στον ρόλο για τον οποίον τον πήραμε πριν τραυματιστεί.
Αυτό λέγεται Ρεαλισμός. Εδώ βέβαια έχουμε να κάνουμε με φιλοσοφίες ζωής – κάποιοι μπορεί να είναι πολύ αισιόδοξοι, άλλοι προτιμάμε να πατάμε στο έδαφος. Άλλοι, υποπτεύομαι ο Μπι ανάμεσά τους, προτιμούν απλώς να μην παραδεχτούν πως έκαναν λάθος.
Ας είναι.
Πριν τον οριστικό τραυματισμό του Έβανς, και μέχρι να γυρίσει από έναν μικροτραυματισμό που είχε υποστεί στο πιο, ας πούμε, «ανεπίσημο» ντεμπούτο του, αν δεν κάνω λάθος σε κάποιο τουρνουά (αυτό, θεωρώ, ακούγεται ήδη κάπως παράλογο), έπρεπε να βρούμε κάποιον, απ’ ό,τι φαίνεται εξίσου πολυτραυματία, να τον αντικαταστήσει (πού ακριβώς; Ο Έβανς δείχνει ασυναγώνιστος στον συγκεκριμένο τομέα).
Έτσι επελέγη ο Ντιλικινά, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν έδειξε να ανταποκρίνεται στον ρόλο του εντός του παρκέ – η μοναδική του εντυπωσιακή παρουσία ήταν στο ντέρμπι με τους απέναντι που στην ουσία μας έδωσε τη νίκη, περισσότερο ωστόσο εξαίρεση παρά κανόνας.
Έτσι ήμαστε ακριβώς στο σημείο που ήμαστε όταν ήμαστε στην αναμονή της επιστροφής του Έβανς. Το οποίο στον Οργανισμό Ολυμπιακός BC ισούται με Γουώκαπ σαράντα λεπτά.
Τώρα, αν πάμε αρκετά κάπως πίσω στο παρελθόν, θα θυμηθούμε τον ίδιο τον Γουώκαπ να
ικετεύει σχεδόν να του φέρουν τον Μάικ Τζέημς. Προφανώς ο παίκτης, γνωρίζοντας ή (ακόμη σημαντικότερο, αφού η διαίσθηση είναι πολύ πιο άμεση από τη συνείδηση του γεγονότος) διαισθανόμενος καλύτερα τις δυνατότητές του από οποιονδήποτε άλλο (δλδ. τον Μπι), κατανοούσε πως ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει ο σημαντικός παράγοντας σε ένα ΦΦ.

Δίπλα στον Γουώκαπ υπήρχε και αυτό που λέμε «αποδιοπομπαίος τράγος,» τον οποίον κάθε οργανισμός που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει και ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Λη. Εξίσου εύχρηστος και πλαστικός με το επώνυμό του, ο Λη, που εκλήθη να αναλάβει και αυτός άλλον ρόλο από εκείνον που εκ φύσεως κατέχει, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ανταποκρίθηκε. Παρά τις προσπάθειες επαναπρογραμματισμού ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει πλέι μέικερ, ευνουχίστηκε και ως εκ τούτου έγινε αποδιοπομπαίος τράγος.
Όπως άλλωστε έδειξε και η ιστορία που ακολούθησε, ο τύπος ήταν πάντα με τη βαλίτσα στο χέρι, επειδή προφανώς αυτός προκαλούσε όλες τις δυσλειτουργίες στον οργανισμό. Ο οποίος μοιάζει να λειτουργεί ενίοτε με αυτό που αποκαλείται timetable και το οποίο στην περίπτωση Λη έδειχνε αντί ας πούμε την ώρα που θα περάσει στον αγώνα την ώρα που πρέπει να κάνει check in για να μπει στο αεροπλάνο να φύγει.
Και εν τέλει, θυσιάστηκε. Πήγε κάπου αλλού όπου δείχνει σε κάθε αγώνα ότι μόνο κακός δεν ήταν ο παίκτης. Απλώς χρησιμοποιήθηκε αλλιώς.
Σε αυτό το σημείο, με το εκκρεμές να πηγαίνει από τον Γουώκαπ στο πουθενά (Λη) και από το πουθενά στον Γουώκαπ (ο Λη είχε και το εντυπωσιακό χάρισμα να μην τραυματίζεται), ο Μπι επέλεξε να φέρει τον Μόρις. Αυτός ο Μόρις είχε/έχει περγαμηνές σίγουρα. Θυμάμαι πως το πρώτο παιχνίδι (και αυτού) ήταν με μία ομάδα μία Κυριακή στη μία το μεσημέρι. Ο Βαγγέλης Ιωάννου ένιωθε τυχερός που περιέγραφε τον αγώνα και ακόμη θυμάμαι πως η πρώτη του ενέργεια έδειχνε έναν παίκτη που ξέρει μπάσκετ – ήταν μία κοφτή πάσα στο φτερό που έγινε τρίποντο και σήμανε την πρώτη ασίστ του παίκτη.

Το πρώτο δείγμα λοιπόν ήταν ικανοποιητικό. Έπειτα, σε ένα παιχνίδι που είδανε (δεν το είδα) ο Μόρις σε μία προσπάθεια όπου υπερέβαλε εαυτόν (νομίζω δλδ., αν και δεν ήταν τόσο δύσκολο να υπερβάλει εαυτόν, αφού με τόσο κιλά παραπάνω μάλλον του ήταν δύσκολη μια κάποια πλαστικότητα) έπαθε νομίζω διάστρεμμα.
Κάτι έπαθε πάντως – τραυματίστηκε. Αυτό είχε ως συνέπεια δίπλα στον μονίμως τραυματία Έβανς και τον πολυτραυματία Ντιλικινά να προστεθεί ο τραυματίας Μόρις. Για κάποιον λόγο μάλιστα (για να τους ξεχωρίζει όποιος ήθελε να βλέπει τη γ’ πεντάδα του οργανισμού, αυτή που κάθεται στα πιτς και η οποία αποτελείται από τέσσερις πλέι μέικερ, τους τρεις κανονικούς κ τον τέταρτο, τον ρακέτας;) ο Μόρις άρχισε να κυκλοφορεί με ένα πατίνι – ή κάτι τέτοιο.
Όπως και να έχει, αυτός ο τραυματισμός δεν απέτρεψε τον Μπι από το να βάλει τους ΘΜΑ (αλλά πάντα υπάρχει κ η υποψία ότι πήραν κάποιες πρωτοβουλίες μόνοι τους, βλέποντας ακόμη και αυτοί, οι πλήρως άσχετοι από μπάσκετ – ή να τους το είπε η Γκιλφόιλ; Who knows) να αγοράσουν έναν ακόμη επίδοξο αντικαταστάτη του Έβανς (αλλά και κατά συνέπεια των Ντιλικινά και Μόρις).
Αυτός ήταν ο Τζόζεφ. Για να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι αν αυτός ήλθε αφού ο Μόρις είχε τραυματιστεί ή πριν τραυματιστεί και ο Μόρις, αλλά σε κάθε περίπτωση ήλθε ορεξάτος για μπάσκετ όσο δεν πάει. Και πράγματι, είχε τέτοια διάθεση ώστε σύντομα και αυτός κάτι έπαθε – δλδ. τραυματίστηκε! (Μάλιστα, αυτού ούτε καν θυμάμαι το ντεμπούτο του, είχε γίνει κάπως μαρμότα η όλη κατάσταση).
Αυτό τώρα, δεν πρέπει να συγκεντρώσει πολλές πιθανότητες στατιστικά. Είναι σαν να τραβάς από την τράπουλα τα ίδια τέσσερα φύλλα. Αλλά όπως και να έχει, αν υπήρχε κάποιο βραβείο γι’ αυτό θα το κερδίζαμε.
Αλλά ας γυρίσουμε στο μπάσκετ – βρεθήκαμε με τέσσερις, κατ’ άλλους, με έξι πλέι μέικερ (αφού δυσκολεύομαι να θεωρήσω έναν τον Μόρις και έναν τον Τζόζεφ, κάνουν δύο ο καθένας στα κιλά) που ήλθαν κατά κάποιο τρόπο να απαλλάξουν τον Γουώκαπ από τις πολύ περισσότερες ευθύνες τις οποίες του είχαμε φορτώσει και οι οποίες του αναλογούν, και οι οποίοι ήταν όλοι τραυματίες.

So where do we begin…
Που λένε και οι Fates στο αριστουργηματικό A Pleasant Shade Of Gray.
Στον Τόμας. Που εκτός όλων των άλλων έχει μεγαλώσει. Ο Τόμας είναι αυτός που είναι. Με
τα πλεονεκτήματά του και τα μειονεκτήματά του. Με μία επιβαρυμένη μέση.
Ο Τόμας είναι αυτός που ο Μπι έχει δει όνειρο πως σηκώνει ευρωπαϊκό μαζί του.
Θα πει κάποιος – τότε γιατί έφερε τον Έβανς;
Δεν γνωρίζω. Αλλά μετά τον Έβανς, οι επιλογές του αν δεν υποδεικνύουν εντελώς χαλασμένο μυαλό υποδεικνύουν τουλάχιστον εμμονές.
Οι οποίες συνοψίζονται σε αυτήν – να πάρει την κούπα χωρίς παιχταρά πλεί μέικερ. Χωρίς Σπαν, χωρίς Λο, χωρίς Ρίβερς. Παίζοντας ένα ασπόνδυλο μπάσκετ – αν θεωρήσουμε τον πλέι μέικερ σπονδυλική στήλη της ομάδας.
Δεν μπορεί να μη γνώριζε τι εστί Ντιλικινά – και αν παικτικά έλπιζε πως θα τον αναβαθμίσει, δεν μπορεί να μη γνώριζε για το ιστορικό τραυματισμών του.
Δεν μπορεί να μην έβλεπε ότι ο Μόρις είναι σε απραξία – και αν έλπιζε πως θα τον επαναφέρει με κάποιον τρόπο, δεν μπορεί να μη γνώριζε (και να αποδεχόταν) πως ρισκάρει μαζί του.
Δεν μπορεί να μη γνώριζε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Τζόζεφ – και αν έλπιζε
πως θα συμπληρώνει ποιοτικά τον Γουώκαπ, ένα τηλέφωνο αρκούσε στον Σπαν για να τον
πληροφορήσει πώς τον βλέπει εκείνος.

Τεσπά – φτάσαμε στο σημείο λοιπόν που μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Με πλέι μέικερ πρώτο τον Τόμας, δεύτερο τον Γουόρντ, και τρίτο οποιονδήποτε δεν είναι τραυματίας, και πάντα με την υποψία ότι ο Σακ θα είναι αυτός τελικά που θα κληθεί να γεμίσει τη θέση. Με κατά συνθήκη χειριστές τον (ικανό για το καλύτερο αλλά κ το χειρότερο) Τάιλερ και τον Εβάν (που πολλές φορές δίνει την εντύπωση ότι στα ημιχρόνια των αγώνων τιμά κατρούτσους έχοντας ερωτευτεί αληθινά τον οίνο και όχι τα τρίγωνα ή τη φέτα που τόσο διαφημίζει στα σόσιαλ).
Παρακαλώντας ο Μόρις ή ο Τζόζεφ να γίνουν υπερ-παίκτες στην τελική ευθεία και να αποτελέσουν επιτέλους τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίον θα στηριχτεί ο οργανισμός.
Οι δύο κούπες θα κρίνουν (όπως φαίνεται δλδ., καθότι οι ΘΜΑ δεν φημίζονται ως τύποι που βάζουν το μαχαίρι στο κόκκαλο) το μέλλον του Μπι στον Οργανισμό.
Ή ίσως και η μία.
Καλή τύχη.











